προδοσία

ουσιαστικό

1. Ενέργεια κατά της εμπιστοσύνης προς πρόσωπο, ομάδα ή ιδέα, με σκοπό την εξαπάτηση, τη βλάβη ή το προσωπικό όφελος, που υπονομεύει σχέσεις ή δεσμούς αφοσίωσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η προδοσία του φίλου της την άφησε συντετριμμένη.
  • Κατηγορήθηκε για προδοσία κατά της πατρίδας.
  • Η προδοσία ενός συνεργάτη κατέστρεψε το επαγγελματικό τους εγχείρημα.
  • Ένιωσε ότι υπέστη προδοσία όταν ο δάσκαλός του άλλαξε πλευρά.
  • Η σιωπή του αποδείχθηκε προδοσία για όσους τον εμπιστεύτηκαν.
  • Στην ιστορία της πόλης, κάθε προδοσία τιμωρούνταν αυστηρά.