αμέλεια
ουσιαστικό1. Έλλειψη προσοχής, φροντίδας ή επιμέλειας στην εκτέλεση εργασιών ή υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα παραλείψεις, σφάλματα ή πρόκληση βλάβης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επιμέλεια προσοχή φροντίδα ευσυνειδησία υπευθυνότητα σχολαστικότητα διαχείριση επίβλεψη επιθεώρηση ζήλος μέριμνα μελέτη προαίρεση προετοιμασία στοργή τσεκάρισμα εξέταση έλεγχος έρευνα σπουδή πρόνοια αυτοψία αξιολόγηση αγωγή εξάσκηση περίθαλψη προσεκτικότητα τήρηση προνοητικότητα έννοια διερεύνηση επέμβαση ευεργεσία παρατήρηση προσπάθεια σημείωση υπενθύμιση υπόμνημα φρόνηση χειρισμός μέτρο διόρθωση παρασκευή υπηρεσία βλέμμα συνέπεια πρόθεση παρακολούθηση επιφυλακή εγρήγορση ανταπόκριση αντιμετώπιση διασφάλιση επαγρύπνηση επιμόρφωση τρυφερότητα επίγνωση ρύθμιση ευθύνη σκέψη κίνητρο θέληση συμπεριφορά έγνοια γυμναστική ετοιμότητα σκοπιμότητα φιλοπονία
Παραδείγματα χρήσης
- Η αμέλεια του οδηγού προκάλεσε το ατύχημα.
- Λόγω αμέλειας, το σπίτι υπέστη σοβαρές ζημιές από την υγρασία.
- Η διοίκηση καταδίκασε την αμέλεια στην τήρηση των κανόνων ασφαλείας.
- Οι αμέλειες στη συντήρηση του εξοπλισμού οδήγησαν σε διακοπή της παραγωγής.
- Σε περίπτωση ιατρικής αμέλειας, ο ασθενής έχει το δικαίωμα να κάνει καταγγελία.