αερολογία
ουσιαστικό1. Επιστημονικός κλάδος της μετεωρολογίας που μελετά τη φυσική κατάσταση και τη δυναμική της ελεύθερης ατμόσφαιρας σε μεγάλα ύψη, συμπεριλαμβανομένων θερμοκρασίας, πίεσης, υγρασίας και αεροχειμάρρων.
Συνώνυμα
φλυαρία κουβεντολογία παπαρολογία ασυναρτησία μπουρδολογία ανοησία μπαρούφα βλακεία ρητορεία μπούρδα κουβέντα πολυλογία ημιμάθεια
Αντώνυμα
τεκμηρίωση επιχειρηματολογία ουσία επιχειρήματα τεκμήρια στοιχειοθέτηση εγκυρότητα σοβαρότητα λογική αξιοπιστία αιτιολόγηση συνέπεια
Παραδείγματα χρήσης
- Η αερολογία μελετά τις ιδιότητες της ατμόσφαιρας σε μεγάλα ύψη.
- Οι πιλότοι συμβουλεύονται την αερολογία πριν από κάθε πτήση.
- Σταμάτα την αερολογία και πες μου την αλήθεια.
- Το συνέδριο περιελάμβανε μια ενδιαφέρουσα εισήγηση για την ιστορία της αερολογίας.
- Οι μετρήσεις από τα αερόστατα έδωσαν νέα δεδομένα στην αερολογία.