απόληξη

ουσιαστικό

1. Τελικό τμήμα ή σημείο ενός αντικειμένου, διαδρομής ή διαδικασίας όπου αυτή ολοκληρώνεται.

2. Τμήμα που προστίθεται στο τέλος μιας λέξης και μεταβάλλει ή προσδιορίζει τη σημασία ή τη γραμματική της μορφή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απόληξη του δρόμου βρίσκεται πάνω στο λόφο.
  • Η απόληξη του σωλήνα είχε φθορές και έσταζε.
  • Η απόληξη του νεύρου συνδέεται με τη μυϊκή ίνα.
  • Στα μαθηματικά, η απόληξη ενός τμήματος είναι ένα από τα άκρα του.
  • Η απόληξη των διαπραγματεύσεων ήταν μια συμφωνία.