ασυναρτησία

ουσιαστικό

1. Έλλειψη συνοχής ή λογικής σύνδεσης στον λόγο, στη σκέψη ή σε ένα επιχείρημα, που οδηγεί σε αποσπασματικές, άτοπες ή παράλογες εκφράσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ασυναρτησία που έλεγε μετά το ατύχημα ανησύχησε τους γιατρούς.
  • Τα επιχειρήματά του είναι ασυναρτησία, δεν έχουν λογική.
  • Κάθε φορά που θυμώνει, λέει ασυναρτησία χωρίς να σκέφτεται.
  • Η ιδέα ότι το σύστημα δεν χρειάζεται κανόνες είναι σκέτη ασυναρτησία.
  • Στην κριτική του χαρακτήρισε το άρθρο ασυναρτησία και ζήτησε επανεξέταση.