επιμέλεια
ουσιαστικό1. Στοχοθετημένη και συστηματική παρακολούθηση, οργάνωση και διατήρηση της κατάστασης ή της λειτουργίας ενός αντικειμένου, έργου ή διαδικασίας.
Συνώνυμα
φροντίδα μέριμνα σπουδή προσεκτικότητα επίβλεψη επιτήρηση φύλαξη διαχείριση διόρθωση προσοχή ευσυνειδησία σχολαστικότητα κηδεμονία επιστασία ακρίβεια ευθύνη πρόνοια καθοδήγηση έγνοια εποπτεία εργατικότητα μεθοδικότητα φιλοπονία διοίκηση οργάνωση συντονισμός προνοητικότητα μεράκι επιμελησία φροντίς διαρρύθμιση συνέπεια σύνταξη καθήκον ανάδειξη επιμονή ευταξία ζήλος προετοιμασία αναθεώρηση διαφύλαξη κομψότητα λεπτότητα περίθαλψη
Αντώνυμα
αμέλεια παραμέληση αμελητικότητα αδιαφορία εγκατάλειψη προχειρότητα αβλεψία αναβλητικότητα παράλειψη απροσεξία ανευθυνότητα επιπολαιότητα ανοησία βλακεία ακαταστασία απρονοησία οκνηρία παράβλεψη τεμπελιά χαλαρότητα αγνόηση απερισκεψία κωλυσιεργία ραθυμία αμεριμνησία ανοργανωσία απλοϊκότητα ελαφρότητα κακοποίηση χαζοσύνη
Παραδείγματα χρήσης
- Το δικαστήριο αποφάσισε την κοινή επιμέλεια των δύο γονέων.
- Η επιμέλεια του κήπου απαιτεί καθημερινή φροντίδα.
- Η έκθεση διοργανώθηκε υπό την επιμέλεια του διευθυντή του μουσείου.
- Η επιμέλεια στη λεπτομέρεια έκανε το έργο εξαιρετικό.
- Η επιμέλεια των αρχείων ανήκει στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου.