σπατάλη
ουσιαστικό1. Αδικαιολόγητη ή περιττή χρήση ή κατανάλωση πόρων (όπως χρήματα, χρόνος, ενέργεια ή υλικά) χωρίς ανάλογο όφελος.
2. Η πράξη ή το αποτέλεσμα της άσκοπης δαπάνης που συνεπάγεται απώλεια πόρων και συχνά οικονομική ή λειτουργική ζημιά.
Συνώνυμα
κατασπατάληση σπατάλημα ασωτία υπερκατανάλωση χάσιμο κακοδιαχείριση δαπάνη υπερβολή πολυτέλεια απώλεια κατανάλωση
Αντώνυμα
οικονομία φειδωλότητα εξοικονόμηση αποταμίευση λιτότητα οικονομικότητα αποθήκευση σώσιμο συνέπεια μπίζνα συνετή τσιγκουνιά καρπός διαφύλαξη
Παραδείγματα χρήσης
- Η σπατάλη νερού είναι σοβαρό πρόβλημα σε πολλές πόλεις.
- Η οικογένεια προσπαθεί να μειώσει τη σπατάλη τροφίμων.
- Η αγορά του ακριβού αυτοκινήτου ήταν μια άσκοπη σπατάλη χρημάτων.
- Δεν επιτρέπεται η σπατάλη χρόνου σε τόσο σημαντική δουλειά.
- Η εταιρεία εντόπισε μεγάλη σπατάλη ενέργειας στο εργοστάσιο.