παράβαση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή κατάσταση κατά την οποία δεν τηρείται ή εφαρμόζεται διαφορετικά από το προβλεπόμενο ένας κανόνας, νόμος, υποχρέωση ή συμφωνία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο οδηγός τιμωρήθηκε για παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.
  • Η παράβαση των κανόνων του σχολείου συνεπάγεται πειθαρχική κύρωση.
  • Η εταιρεία κατηγορήθηκε για παράβαση των όρων της σύμβασης.
  • Μια παράβαση της δεοντολογίας θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία της έρευνας.
  • Ο διαιτητής καταλόγισε παράβαση στον αμυντικό και ακύρωσε την επίθεση.