προϋπόθεση
ουσιαστικό1. Κάτι που πρέπει να υπάρχει ή να ισχύει πριν από την πραγματοποίηση ή την ορθή λειτουργία μιας ενέργειας, διαδικασίας ή κατάστασης.
2. Θεωρητική υπόθεση ή βάση πάνω στην οποία στηρίζεται μια σκέψη, απόφαση ή επιχείρημα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προϋπόθεση για την εγγραφή στο πρόγραμμα είναι η συμπλήρωση της αίτησης.
- Στην απόδειξη, η προϋπόθεση είναι ότι η συνάρτηση είναι συνεχής.
- Η εμπειρία είναι προϋπόθεση για τη θέση.
- Υπό την προϋπόθεση ότι θα συμφωνήσουν όλα τα μέρη, θα υπογράψουμε τη σύμβαση.
- Μόνο υπό την προϋπόθεση της σωστής προετοιμασίας μπορούμε να πετύχουμε το στόχο.