ακρίβεια
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα μέτρο, μια δήλωση ή ένα αποτέλεσμα αντιστοιχεί στενά στην πραγματική τιμή, στο πρότυπο ή στην προοριζόμενη έννοια, με ελάχιστη απόκλιση.
Συνώνυμα
ακριβότητα πιστότητα εγκυρότητα ορθότητα σωστότητα ευστοχία λεπτομέρεια ακριβολογία επιμέλεια σχολαστικότητα αλήθεια συνέπεια ακεραιότητα αληθινότητα αντικειμενικότητα αξιοπιστία καθαρότητα σαφήνεια ευκρίνεια ευσυνειδησία λεπτότητα μεθοδικότητα προσεκτικότητα
Αντώνυμα
ανακρίβεια προσέγγιση μπαρούφα προχειρότητα γενικότητα διαστρέβλωση διαστροφή σφάλμα λάθος ασάφεια φθηνότητα αβεβαιότητα σύγχυση μπούρδα αδεξιότητα πλάνη ψευδολογία ψεύδος οικονομία αβλεψία αλλοίωση αμφισημία αοριστία απλοϊκότητα παραποίηση προπαγάνδα ψέμα περιθώριο παραπλάνηση παραπληροφόρηση ψευδαίσθηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η ακρίβεια των μετρήσεων είναι κρίσιμη για το πείραμα.
- Ο ρεπόρτερ τόνισε την ανάγκη για ακρίβεια στις ειδήσεις.
- Η ακρίβεια των λέξεών του έκανε τη διατύπωση πιο πειστική.
- Λόγω της ακρίβειας των τιμών, πολλοί περιορίζουν τις αγορές τους.
- Ο χειρουργός εργάστηκε με απόλυτη ακρίβεια κατά την επέμβαση.