σπίτι
ουσιαστικό1. Κτίσμα ή χώρος προορισμένος για κατοίκηση από ένα ή περισσότερα άτομα, με δωμάτια και εγκαταστάσεις για καθημερινή διαβίωση.
2. Η ομάδα ανθρώπων που διαμένει μαζί σε έναν τέτοιο χώρο και οι κοινές τους δραστηριότητες.
Συνώνυμα
οικία κατοικία σπιτικό οίκημα σπιτάκι στέγη διαμέρισμα μονοκατοικία πατρικό εξοχικό κατοίκημα οίκος εστία κατάλυμα μέσα κτίσμα οικοδόμημα φωλιά καταφύγιο καλύβα παράγκα πανσιόν ξενώνας μπανγκαλόου μαντρί ακίνητο διεύθυνση ιδιοκτησία μέγαρο κτίριο έπαυλη βίλα αγροικία αρχοντικό κτήριο μεζονέτα οικοδομή
Αντώνυμα
δρόμος δουλειά εργασία γραφείο καπηλειό κατασκήνωση καφενείο κλαμπ μπαρ ταβέρνα σχολείο μαγαζί κολέγιο θέατρο εργοστάσιο μπάρι νεκροταφείο μοτέλ πλατεία σκηνή καφετέρια ιατρείο τροχόσπιτο αχυρώνας παμπ δημαρχείο εστιατόριο μάρκετ κάμπινγκ κολλέγιο αμφιθέατρο θεραπευτήριο καντίνα κουτούκι μεζεδοπωλείο οικοτροφείο οικόπεδο πανδοχείο στράτα ταβερνάκι φροντιστήριο αγροτεμάχιο ατελιέ βεράντα εκπαιδευτήριο εξοχή καφέ παράπηγμα πολυκατοικία στέκι στίβος αγορά πεδίο σχολή αυλή τάφος κατάστημα κλινική σινεμά στρατόπεδο πάτι ορφανοτροφείο εργαστήριο μοναστήρι πύργος γήπεδο μπυραρία παντοπωλείο στρατώνας καταυλισμός νοσοκομείο φυλακή ανάκτορο παζάρι περίβολος φυλάκιο κάστρο λύκειο στάδιο καζίνο χωράφι βαγόνι στάβλος ναός γκαλερί σούπερμάρκετ κοιτώνας
Παραδείγματα χρήσης
- Το σπίτι μου έχει μεγάλο κήπο.
- Πήγα στο σπίτι της για να συζητήσουμε.
- Εργάζομαι από το σπίτι δύο μέρες την εβδομάδα.
- Το σπίτι ήταν γεμάτο γέλια.
- Αγοράσαμε ένα παλιό σπίτι στην εξοχή.
- Ένιωσα σαν στο σπίτι μου.