θέατρο
ουσιαστικό1. Χώρος ή κτίριο διαμορφωμένο για ζωντανές θεατρικές παραστάσεις, με σκηνή, κερκίδα για το κοινό και τεχνικές εγκαταστάσεις.
2. Σύνολο θεατρικών έργων, παραγωγών και φορέων που ασχολούνται με την τέχνη του θεάτρου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήγαμε στο θέατρο χθες το βράδυ.
- Το θέατρο διδάσκει την έκφραση και τη συνεργασία.
- Η παράσταση στο θέατρο που είδαμε απέσπασε διθυραμβικές κριτικές.
- Η δίκη μετατράπηκε σε θέατρο για τα μέσα.
- Τα παιδιά παρακολούθησαν θέατρο σκιών στο φεστιβάλ.