στρατόπεδο
ουσιαστικό1. Χώρος εγκατάστασης και διαμονής στρατιωτικών μονάδων, οργανωμένος για διοίκηση, εκπαίδευση, συντήρηση και ετοιμασία επιχειρήσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το στρατόπεδο ήταν περιφραγμένο και φυλασσόταν αδιάκοπα.
- Οι οικογένειες βρήκαν προσωρινό καταφύγιο στο στρατόπεδο προσφύγων.
- Το παιδί θα περάσει τις διακοπές του σε ένα αθλητικό στρατόπεδο.
- Στο ίδιο στρατόπεδο βρίσκονται όσοι υποστηρίζουν την πρόταση.
- Μετά τις εκλογές πολλοί πολιτικοί άλλαξαν στρατόπεδο.