ιατρείο
ουσιαστικόΧώρος εργασίας για ιατρό ή ομάδα ιατρών όπου παρέχονται διαγνώσεις, θεραπείες και ιατρικές συμβουλές σε ασθενείς.
Συνώνυμα
κλινική πολυκλινική πολυϊατρείο οδοντιατρείο οφθαλμιατρείο χειρουργείο νοσοκομείο νοσηλευτήριο θεραπευτήριο μικροβιολογικό εργαστήριο μονάδα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ιατρείο του καρδιολόγου βρίσκεται στον τρίτο όροφο.
- Η γιατρός θα δέχεται ασθενείς στο ιατρείο από τις εννέα το πρωί.
- Μετά το μικρό ατύχημα τον μετέφεραν στο ιατρείο για τις πρώτες βοήθειες.
- Στο ιατρείο ο γιατρός εξήγησε τη θεραπεία και έγραψε τη συνταγή.
- Το ιατρείο θα παραμείνει κλειστό την Παρασκευή λόγω συνεδρίου.