φωλιά
ουσιαστικόΚατασκευή ή φυσικό καταφύγιο που φτιάχνουν ζώα, κυρίως πουλιά, για να ζουν, να γεννούν και να προστατεύουν τα μικρά τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πουλί έχτισε τη φωλιά του ψηλά στο δέντρο.
- Στη φωλιά ζούσαν τρία μικρά πουλάκια.
- Η γάτα κρύφτηκε στη φωλιά από κουβέρτες.
- Το μικρό αρκουδάκι έμεινε στη φωλιά με τη μητέρα του.
- Η μπαταρία μπαίνει στη φωλιά της συσκευής.
- Έφτιαξαν μια ζεστή φωλιά για να ξεχειμωνιάσουν.