εκπαιδευτήριο
ουσιαστικό1. Κτίριο ή ίδρυμα όπου παρέχεται συστηματική εκπαίδευση και διδασκαλία σε μαθητές ή σπουδαστές, βάσει οργανωμένου προγράμματος μαθημάτων.
Συνώνυμα
σχολείο σχολή φροντιστήριο ινστιτούτο ακαδημία ίδρυμα παιδαγωγείο κολλέγιο πανεπιστήμιο κολέγιο ωδείο δημοτικό γυμνάσιο λύκειο νηπιαγωγείο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το εκπαιδευτήριο βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και δέχεται μαθητές από όλες τις γειτονιές.
- Οι γονείς επισκέφθηκαν το εκπαιδευτήριο πριν αποφασίσουν να εγγράψουν το παιδί τους.
- Στο συγκεκριμένο εκπαιδευτήριο προσφέρονται προγράμματα προετοιμασίας για τις πανελλήνιες εξετάσεις.
- Παρακολούθησα ένα επιμορφωτικό σεμινάριο στο εκπαιδευτήριο και βελτίωσα τις επαγγελματικές μου δεξιότητες.
- Η κοινότητα θεωρεί το εκπαιδευτήριο σημείο αναφοράς για τη νεολαία της περιοχής.