μοναστήρι
ουσιαστικό1. Συγκρότημα κτιρίων και χώρων όπου κατοικούν, εκκλησιάζονται και ασκούν πνευματική άσκηση μοναχοί ή μοναχές, περιλαμβάνοντας ναό, κύτταρα, τραπεζαρία και βοηθητικούς χώρους.
Συνώνυμα
μονή αββαείο κοινόβιο σκήτη ησυχαστήριο ερημητήριο ασκητήριο κελλί παρεκκλήσι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μοναστήρι βρίσκεται στην κορυφή του λόφου και προσφέρει πανοραμική θέα.
- Επισκέφτηκαν το μοναστήρι για να προσκυνήσουν και να δουν τα παλιά χειρόγραφα.
- Τα μοναστήρια της περιοχής χρονολογούνται από τον 12ο αιώνα.
- Η βιβλιοθήκη ήταν τόσο ήσυχη που έμοιαζε με μοναστήρι.
- Μετά το ατύχημα, αναζήτησε το μοναστήρι ως τόπο ησυχίας και περισυλλογής.