παντοπωλείο

ουσιαστικό

1. Κατάστημα λιανικής πώλησης που διαθέτει τρόφιμα, ποτά και καθημερινά οικιακά είδη, συνήθως σε μικρή ή μεσαία κλίμακα και με τοπική εξυπηρέτηση.

Συνώνυμα

μπακάλικο σούπερμάρκετ μινιμάρκετ μαγαζί κατάστημα μάρκετ μανάβικο περίπτερο ψιλικατζίδικο καπηλειό

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το παντοπωλείο στη γωνία έχει φρέσκο ψωμί κάθε πρωί.
  • Πέρασα από το παντοπωλείο για να πάρω γάλα και αβγά.
  • Το παντοπωλείο των γονιών μου λειτουργεί εδώ και τριάντα χρόνια.
  • Τα παντοπωλεία της γειτονιάς είναι ανοιχτά μέχρι αργά το βράδυ.
  • Άνοιξε ένα μικρό παντοπωλείο που πουλάει βιολογικά και ντόπια προϊόντα.