κτίσμα
ουσιαστικό1. Κατασκευή ή οικοδομή με τοιχώματα και στέγη, προορισμένη να στεγάσει ανθρώπους, αντικείμενα ή δραστηριότητες.
2. Μικρό ή προσωρινό οικοδομικό έργο ή προσθήκη σε υπάρχον ακίνητο, όπως υπόστεγο, παράγκα ή βοηθητικός χώρος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κτίσμα στην πλατεία έχει διατηρηθεί από τον 19ο αιώνα.
- Το νέο κτίσμα κατασκευάστηκε γρήγορα με σύγχρονα υλικά.
- Το παλιό κτίσμα είχε ρωγμές και κινδύνευε να καταρρεύσει.
- Το νομοσχέδιο θεωρήθηκε ένα πολύπλοκο κτίσμα κανόνων και διαδικασιών.
- Κάθε ανθρώπινο κτίσμα αξίζει σεβασμό.