μέγαρο
ουσιαστικό1. Μεγάλο και επιβλητικό κτίριο με πολλούς και διαφοροποιημένους χώρους, που ξεχωρίζει για το μέγεθος ή την αρχιτεκτονική μορφή του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μέγαρο της εταιρείας δεσπόζει στην κεντρική πλατεία.
- Αύριο θα πάμε στο μέγαρο μουσικής για τη συναυλία.
- Το μέγαρο της κυβέρνησης φυλάσσεται αυστηρά.
- Ζούσαν σε ένα παλιό μέγαρο με ψηλά ταβάνια.
- Η είσοδος του μεγάρου ήταν στολισμένη για την τελετή.