αυλή
ουσιαστικό1. Ανοιχτός ή περιφραγμένος χώρος που βρίσκεται δίπλα ή μέσα σε κατοικία και χρησιμοποιείται για υπαίθριες δραστηριότητες, κηπουρική, αποθήκευση ή πρόσβαση.
2. Χώρος σχολείου όπου συγκεντρώνονται και παίζουν οι μαθητές κατά τα διαλείμματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Βγήκαμε στην αυλή του σπιτιού για να πιούμε καφέ.
- Τα παιδιά παίζουν στην αυλή του σχολείου κάθε διάλειμμα.
- Οι γείτονες συγκεντρώθηκαν στις μικρές αυλές των πολυκατοικιών.
- Η αυλή του παλατιού ήταν γεμάτη αυλικούς και συμβούλους.
- Καθάρισα την αυλή και φύτεψα μερικά λουλούδια.