δρόμος

ουσιαστικό

1. Στερεή, διαμορφωμένη επιφάνεια ή λωρίδα γης που προορίζεται για τη μετακίνηση οχημάτων και πεζών, συνδέοντας τόπους και συχνά επιστρωμένη με άσφαλτο, τσιμέντο ή χαλίκι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δρόμος προς το σχολείο ήταν γεμάτος λάσπη.
  • Ο δρόμος της πόλης έκλεισε λόγω εργασιών.
  • Άνοιξαν έναν νέο δρόμο που οδηγεί στο νοσοκομείο.
  • Ο δρόμος για την επιτυχία είναι συχνά δύσκολος και γεμάτος εμπόδια.
  • Περπατήσαμε στον παλιό δρόμο μέχρι το γεφύρι και θαυμάσαμε τη φύση.