μαγαζί
ουσιαστικό1. Φυσικός χώρος ή εγκατάσταση όπου οργανώνεται και διεξάγεται η πώληση αγαθών ή η παροχή υπηρεσιών στο κοινό.
2. Επαγγελματική μονάδα με μόνιμη έδρα, προσωπικό και εξοπλισμό που ασχολείται με εμπορικές δραστηριότητες και εξυπηρετεί πελάτες.
Συνώνυμα
κατάστημα επιχείρηση μαγαζάκι αγορά γραφείο οίκος παντοπωλείο μπακάλικο περίπτερο σούπερμάρκετ μπουτίκ βιβλιοπωλείο φαρμακείο κουρείο κομμωτήριο εστιατόριο ταβέρνα καφενείο καντίνα κυλικείο πρατήριο κουτούκι μπαρ μανάβικο μάρκετ πρακτορείο ίδρυμα ακαδημία ατελιέ καπηλειό οργάνωση στέκι κτήριο μπίζνα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μαγαζί στη γωνία πουλάει φρέσκα ψωμιά.
- Δουλεύει σε ένα μαγαζί ρούχων στο κέντρο της πόλης.
- Τα μαγαζιά στην αγορά έχουν εκπτώσεις αυτό το Σαββατοκύριακο.
- Το μαγαζί έκλεισε οριστικά μετά από πολλά προβλήματα.
- Πάμε σε εκείνο το μαγαζί για καφέ;