νοσοκομείο

ουσιαστικό

Ιατρικό ίδρυμα όπου παρέχονται διαγνωστικές, θεραπευτικές και νοσηλευτικές υπηρεσίες σε ασθενείς, περιλαμβάνοντας επείγοντα περιστατικά, χειρουργικές επεμβάσεις, νοσηλεία και εξωτερικά ιατρεία.

Συνώνυμα

νοσηλευτήριο θεραπευτήριο κλινική ίδρυμα ιατρείο σανατόριο νοσηρόφιλο άσυλο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το νοσοκομείο βρίσκεται κοντά στο κέντρο της πόλης.
  • Η μεταφορά του ασθενούς στο νοσοκομείο έγινε με ασθενοφόρο.
  • Ο αδελφός μου εργάζεται στο νοσοκομείο ως νοσηλευτής.
  • Οι νέες οδηγίες του νοσοκομείου θα εφαρμοστούν από αύριο.
  • Τα νοσοκομεία της περιοχής χρειάζονται περισσότερο προσωπικό και εξοπλισμό.