οικοτροφείο
ουσιαστικό1. Κτήριο ή εγκατάσταση όπου παρέχεται στέγαση και διατροφή σε άτομα (συνήθως μαθητές, φοιτητές ή άλλοι ένοικοι) που διαμένουν προσωρινά ή για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, με κοινές εγκαταστάσεις και συχνά υπό επίβλεψη.
Συνώνυμα
εστία κοιτώνας κοιτώριο ξενώνας πανσιόν φοιτητόσπιτο οίκος κατάλυμα στέγη ξενοδοχείο ορφανοτροφείο πανδοχείο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους έμενε στο οικοτροφείο του σχολείου.
- Το οικοτροφείο των ορφανών προσέφερε στα παιδιά στέγη και καθημερινή φροντίδα.
- Πολλά πανεπιστήμια διαθέτουν οικοτροφείο για φοιτητές που ταξιδεύουν από την επαρχία.
- Το προσωπικό του οικοτροφείου φροντίζει καθημερινά το φαγητό και την καθαριότητα.
- Κατά την κακοκαιρία, τα παιδιά μεταφέρθηκαν προσωρινά σε άλλο οικοτροφείο.