κατοικία
ουσιαστικό1. Κτίριο ή τμήμα κτιρίου προορισμένο για τη διαμονή ανθρώπων, όπου παρέχονται χώροι ύπνου, προσωπικής χρήσης και κοινής ζωής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
δρόμος γραφείο νοσοκομείο κολέγιο θέατρο εργοστάσιο ξενοδοχείο μοτέλ σκηνή τροχόσπιτο αχυρώνας δημαρχείο μάρκετ κατασκήνωση ξενώνας παράγκα αμφιθέατρο κουτούκι οικοτροφείο οικόπεδο πανδοχείο πανσιόν ύπαιθρος πλατεία εργασία φυλακή τάφος κατάστημα καταυλισμός αγροτεμάχιο καλύβα παράπηγμα ταβέρνα στράτα ερημιά αγρός πάρκο στρατόπεδο στάδιο μουσείο καζίνο οδοιπορία φυλάκιο γκαλερί κοιτώνας
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατοικία μας βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.
- Αγόρασαν μια καινούργια κατοικία στα προάστια.
- Η μόνιμη κατοικία του είναι στο εξωτερικό.
- Η έξωση τον άφησε χωρίς κατοικία.
- Οι επιστήμονες μελέτησαν την κατοικία του συγκεκριμένου εντόμου.
- Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε την κατοικία σύμφωνα με τους κανονισμούς.