αμφιθέατρο
ουσιαστικό1. Κτίσμα ή κατασκευή για θεάματα και συγκεντρώσεις με διαδοχικές κερκίδες σε ημικυκλική ή κυκλική διάταξη γύρω από τον χώρο των εμφανίσεων, που εξασφαλίζει οπτική και ακουστική πρόσβαση των θεατών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αμφιθέατρο της σχολής γέμισε από φοιτητές.
- Επισκεφτήκαμε το αρχαίο αμφιθέατρο στην Επίδαυρο.
- Η κοιλάδα σχηματίζει ένα φυσικό αμφιθέατρο γύρω από το χωριό.
- Ο λόφος αποτέλεσε αμφιθέατρο για τη μεγάλη πολιτική συγκέντρωση.
- Τα αμφιθέατρα του πανεπιστημίου εξοπλίστηκαν με νέα συστήματα προβολής.