φροντιστήριο
άλλο1. Ιδιωτικός ή οργανωμένος εκπαιδευτικός χώρος όπου παρέχεται πρόσθετη διδασκαλία και προετοιμασία σε μαθητές ή σπουδαστές για μαθήματα, εξετάσεις ή άλλες εκπαιδευτικές ανάγκες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πηγαίνω στο φροντιστήριο κάθε απόγευμα για προετοιμασία στα μαθηματικά.
- Το φροντιστήριο ξένων γλωσσών στην πόλη οργανώνει εξετάσεις πιστοποίησης.
- Οι γονείς αποφάσισαν να γράψουν την κόρη τους σε ένα φροντιστήριο για τις πανελλήνιες.
- Αυτό το μάθημα λειτουργεί σαν φροντιστήριο, καθώς κάνουμε πολλές επαναλήψεις και ασκήσεις.
- Το φροντιστήριο ζητάει καθηγητή φυσικής για πρωινά τμήματα.