σπιτικό

επίθετο

1. Που σχετίζεται με το σπίτι και τις δραστηριότητες ή τις συνθήκες που επικρατούν σε αυτό.

2. Που παρασκευάζεται ή παράγεται στο ίδιο το σπίτι και όχι βιομηχανικά ή εμπορικά.

3. Που χαρακτηρίζεται από οικειότητα, θαλπωρή ή οικογενειακό χαρακτήρα.

Συνώνυμα

σπιτίσιο σπιτικός σπίτι οικιακό οικιακός χειροποίητο πατρικό φαγητό οίκος οικείος παραδοσιακό μαμαδίστικο σπιτοδεμένος στέγη

Αντώνυμα

έτοιμο αγοραστό τυποποιημένο εμπορικό σχολείο κολλέγιο εστιατόριο βιομηχανικό επαγγελματικό δημόσιο θέατρο μπάρι εξωτερικό αλλότριο ανοίκειο

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σπιτικό μου είναι κοντά στη θάλασσα.
  • Προτιμώ το σπιτικό ψωμί από το αγοραστό.
  • Ετοίμασε ένα σπιτικό γλυκό για τα γενέθλια.
  • Του λείπει το σπιτικό όταν ταξιδεύει.
  • Το σπιτικό φαγητό μας φέρνει αναμνήσεις.