κτίριο
ουσιαστικό1. Τεχνητή κατασκευή με τοίχους, δάπεδα και στέγη, σχεδιασμένη να στεγάζει ανθρώπους, δραστηριότητες ή αντικείμενα και να παρέχει προστασία από τα καιρικά φαινόμενα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κτίριο απέναντι είναι καινούργιο.
- Το παλιό κτίριο ανακαινίστηκε και τώρα στεγάζει διαμερίσματα.
- Στο κτίριο της εταιρείας εργάζονται περίπου εκατό άτομα.
- Το κτίριο του μουσείου χαρακτηρίζεται ιστορικό μνημείο.
- Μετά τον σεισμό, πολλά κτίρια υπέστησαν σοβαρές ζημιές.