πανσιόν

ουσιαστικό

1. Μικρό κατάλυμα, συνήθως οικογενειακού τύπου, που προσφέρει ενοικιαζόμενα δωμάτια και βασικές υπηρεσίες διαμονής, συχνά με πρωινό.

2. Η μορφή ή υπηρεσία παροχής στέγασης σε τέτοιο κατάλυμα, με ή χωρίς συμπεριλαμβανόμενα γεύματα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μείναμε σε μια πανσιόν κοντά στη θάλασσα.
  • Η πανσιόν προσφέρει πρωινό και δείπνο στους επισκέπτες.
  • Ο ιδιοκτήτης της πανσιόν ήταν πολύ φιλικός.
  • Πλήρωσα για τρεις νύχτες στην πανσιόν και το πρωινό περιλαμβανόταν.
  • Στην πανσιόν της γειτονιάς μένουν φοιτητές και εργαζόμενοι.