πατρικό
ουσιαστικόΤο σπίτι ή η οικία της οικογένειας, συνήθως των γονέων, όπου γεννήθηκε ή μεγάλωσε κάποιος και που διατηρείται ως οικογενειακή κατοικία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πατρικό μου σπίτι βρίσκεται στο κέντρο του χωριού.
- Απόφασαν να πουλήσουν το πατρικό τους εξαιτίας των υψηλών εξόδων.
- Κάθε καλοκαίρι επιστρέφουμε στο πατρικό χωριό για τα πανηγύρια.
- Ήθελε να διατηρήσει το πατρικό του όνομα ως ένδειξη σεβασμού προς τους προγόνους.
- Στη μεγάλη γιορτή τηρήθηκαν όλα τα πατρικά έθιμα της περιοχής.