στράτα
ουσιαστικό1. Δρόμος ή μονοπάτι, συχνά υπαίθριος ή παλαιός, που χρησιμεύει για τη μετακίνηση και το πέρασμα ανθρώπων ή ζώων.
2. Πορεία ή διαδρομή που ακολουθεί κάποιος ή κάτι, σε κυριολεκτική ή μεταφορική έννοια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Περπάτησαν πολλή ώρα στη στράτα του χωριού.
- Η στράτα ήταν στενή και γεμάτη πέτρες.
- Ο παππούς θυμόταν τη στράτα που οδηγούσε στο παλιό σπίτι.
- Άφησαν πίσω τους τη στράτα και πήραν το μονοπάτι για το βουνό.
- Στη στράτα άκουγες μόνο τα βήματα των περαστικών.