καφετέρια
ουσιαστικόΕμπορικός ή δημόσιος χώρος όπου σερβίρονται κυρίως καφές και άλλα ροφήματα, καθώς και ελαφρά φαγητά και γλυκίσματα, και που λειτουργεί ως τόπος κοινωνικών συναντήσεων, ανάπαυσης και αναψυχής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καφετέρια απέναντι από το πανεπιστήμιο σερβίρει εξαιρετικό εσπρέσο.
- Συναντηθήκαμε στην καφετέρια για να συζητήσουμε το σχέδιο της παρουσίασης.
- Δουλεύει σε μια καφετέρια τα απογεύματα.
- Η καφετέρια της πλατείας έγινε στέκι για τους φοιτητές.
- Οι καφετέριες στην πόλη προσαρμόστηκαν γρήγορα στις νέες υγειονομικές οδηγίες.
- Αγόρασαν την παλιά καφετέρια και την μετέτρεψαν σε βιβλιοπωλείο.