ταβερνάκι

ουσιαστικό

Μικρό, συνήθως ανεπίσημο εστιατόριο ή κατάστημα μαγειρεμένου φαγητού που σερβίρει κυρίως παραδοσιακά πιάτα και ποτά σε φιλικό, οικείο περιβάλλον, συχνά οικογενειακής επιχείρησης και με προσιτές τιμές.

Συνώνυμα

ταβέρνα ταβερνούλα καπηλειό κουτούκι ουζερί ουζάδικο τσιπουράδικο μεζεδοπωλείο ψαροταβέρνα ψησταριά φαγάδικο μαγειρείο καντίνα εστιατόριο μπαρ παμπ τρατοριά μαγαζάκι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ταβερνάκι της γειτονιάς μας σερβίρει πάντα φρέσκα ψάρια.
  • Πάμε στο ταβερνάκι κάτω από το λιμάνι για μεζέ και κρασί.
  • Το ταβερνάκι ήταν μικρό και ζεστό, ιδανικό για οικογενειακό δείπνο.
  • Το ταβερνάκι εκεί είχε ατμόσφαιρα παλιάς Αθήνας.
  • Θυμήθηκε το πρώτο ταβερνάκι όπου δούλευε ως φοιτητής και γελούσε με τις ιστορίες του.