εργοστάσιο
ουσιαστικόΚτήριο ή συγκρότημα κτιρίων όπου παράγονται ή επεξεργάζονται πρώτες ύλες και υλικά σε μεγάλη κλίμακα με τη χρήση μηχανημάτων και οργανωμένων διαδικασιών για την παραγωγή προϊόντων.
Συνώνυμα
φάμπρικα βιομηχανία βιοτεχνία μονάδα εγκατάσταση σταθμός εργαστήριο μύλος ελαιοτριβείο χαλυβουργείο σιδηρουργείο υφαντουργείο κλωστοϋφαντουργείο σφαγείο ζυθοποιείο τυπογραφείο κτίριο κτίσμα οικοδόμημα παραγωγός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το εργοστάσιο παράγει εξαρτήματα αυτοκινήτων όλο το 24ωρο.
- Το εργοστάσιο έκλεισε λόγω οικονομικών προβλημάτων.
- Χρειάστηκαν μήνες για να ξαναλειτουργήσει το εργοστάσιο μετά τη βλάβη.
- Το παλιό εργοστάσιο στην παραλία μετατράπηκε σε χώρο πολιτισμού.
- Το πανεπιστήμιο θεωρείται εργοστάσιο ιδεών στον τομέα της έρευνας.