πεδίο
ουσιαστικό1. Εκτεταμένη έκταση γης, συχνά ανοιχτή ή καλλιεργήσιμη, με σχετικά ομαλή επιφάνεια.
2. Συγκεκριμένη περιοχή ή χώρος όπου λαμβάνει χώρα κάποια δραστηριότητα ή γεγονός (π.χ. αγώνας, μάχη, εργασίες).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι αγρότες θέρισαν το σιτάρι στο πεδίο.
- Το ηλεκτρικό πεδίο γύρω από το φορτίο είναι έντονο.
- Η νομική είναι το πεδίο που επέλεξε για τις σπουδές της.
- Συμπλήρωσε το πεδίο 'όνομα' στη φόρμα.
- Οι τεχνικοί εργάζονται στο πεδίο για την επιδιόρθωση των καλωδίων.
- Στο πεδίο της πολιτικής προέκυψαν νέες συμμαχίες.