κατοίκημα
ουσιαστικόΧώρος ή κτίσμα που χρησιμοποιείται για να κατοικεί κανείς και να στεγάζεται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παλιό κατοίκημα βρίσκεται στην άκρη του χωριού.
- Αγόρασαν ένα μικρό κατοίκημα για τις καλοκαιρινές τους διακοπές.
- Το εγκαταλελειμμένο κατοίκημα χρειάζεται άμεση επισκευή.
- Στην αυλή του κατοικήματος μεγάλωναν πολλά λουλούδια.
- Τα κατοικήματα της περιοχής έχουν ανακαινιστεί πρόσφατα.