οίκος
ουσιαστικό1. Χώρος ή κτήριο προοριζόμενο για διαμονή και καθημερινή διαβίωση ατόμων.
2. Σύνολο ατόμων που συνδέονται με στεγαστικούς, οικονομικούς ή συγγενικούς δεσμούς και λειτουργούν ως κοινή μονάδα διαχείρισης και ζωής.
Συνώνυμα
σπίτι κατοικία οικία οίκημα νοικοκυριό γηροκομείο χαμαιτυπείο σπιτικό οικογένεια εστία βίλα επιχείρηση εταιρεία ατελιέ μονή οικοτροφείο μαγαζί φυλή σόι μάρκα στέγη καταφύγιο οικισμός οργανισμός γραφείο κτίριο ινστιτούτο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο οίκος των παππούδων του ήταν κοντά στη θάλασσα.
- Ο οίκος μόδας παρουσίασε τη νέα συλλογή στην Εβδομάδα Μόδας.
- Ο οίκος της βασιλικής δυναστείας έχει μακρά ιστορία.
- Ο οίκος ευγηρίας παρέχει καθημερινή φροντίδα στους φιλοξενούμενους.
- Ο οίκος τελετών λειτουργεί όλο το 24ωρο για τις ανάγκες της πόλης.