παράγκα
ουσιαστικό1. Μικρή και απλή κατασκευή από πρόχειρα ή ευτελή υλικά, συνήθως προσωρινή, με περιορισμένες ανέσεις και χαμηλή ποιότητα κατασκευής, που χρησιμεύει ως κατοικία, αποθήκη ή χώρος εργασίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παράγκα στο τέλος του χωραφιού χρειάζεται επισκευή.
- Ζούσε σε μια παράγκα χωρίς νερό και θέρμανση.
- Οι εργάτες κοιμήθηκαν στην παράγκα κοντά στο εργοτάξιο.
- Όλοι μιλούν για την παράγκα που ελέγχει τα ποδοσφαιρικά παιχνίδια.
- Η διοίκηση δημιούργησε μια παράγκα αντί για σωστή εταιρική δομή.