μονοκατοικία
ουσιαστικόΚατοικία που αποτελεί ανεξάρτητη οικοδομική μονάδα προορισμένη για ένα νοικοκυριό ή μία οικογένεια, με ιδιωτική είσοδο και συνήθως ιδιωτικό περιβάλλοντα χώρο (π.χ. κήπο ή αυλή).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μονοκατοικία έχει μεγάλο κήπο και αρκετό χώρο για πάρκινγκ.
- Αγόρασαν μια μονοκατοικία στα προάστια για να μεγαλώσουν τα παιδιά σε πιο ήσυχο περιβάλλον.
- Η μονοκατοικία δύο ορόφων χρειάζεται ανακαίνιση και βάψιμο.
- Σκέφτομαι να πουλήσω την μονοκατοικία και να μετακομίσω στο κέντρο της πόλης.
- Ως επένδυση, αγόρασε μια μονοκατοικία που θα νοικιάσει.