διαλύω
ρήμα1. Προκαλώ τη θραύση ή το χωρισμό ενός αντικειμένου, μιας δομής ή ενός συνόλου σε μικρότερα μέρη.
2. Κάνω μια ουσία να ενσωματωθεί σε υγρό, σχηματίζοντας ομογενές μείγμα και χάνοντας την αρχική στερεή μορφή.
Συνώνυμα
λύω διασκορπίζω σκορπίζω διασπώ καταστρέφω συντρίβω θρυμματίζω διαμελίζω γκρεμίζω κατεδαφίζω αποσυναρμολογώ αποδιοργανώνω καταργώ ματαιώνω ακυρώνω καταλύω διαλυτοποιώ κατακερματίζω χωρίζω εκμηδενίζω αποδομώ αχρηστεύω διαβρώνω ισοπεδώνω καταρρίπτω κατατροπώνω κομματιάζω ξηλώνω τεμαχίζω σπάω λιώνω λυώνω αποσυνθέτω εξαφανίζω ξεσκίζω σαρώνω τελειώνω χαλάω ρημάζω ανακατεύω νικάω νικώ αφανίζω εξαλείφω εξολοθρεύω εξοντώνω σκίζω τερματίζω συνθλίβω
Αντώνυμα
συγκεντρώνω συναθροίζω ενώνω ενοποιώ συσπειρώνω αθροίζω σχηματίζω συγκροτώ συγκολλώ φτιάχνω καλώ μαζεύω στήνω εγείρω επιδιορθώνω επισκευάζω κατασκευάζω οργανώνω παρασκευάζω πλάθω σκαρώνω συμμαζεύω συνάγω συνιστώ αναστηλώνω αρθρώνω εγκαθιδρύω εδραιώνω επανασυνδέω κατασταλάζω σμιλεύω συνενώνω συγκρατώ στερεώνω σταθεροποιώ συντηρώ διαφυλάσσω διατηρώ συσσωρεύω δημιουργώ οικοδομώ χτίζω ανασυστήνω επανενώνω συγχωνεύω αποκαθιστώ συνθέτω κάνω σώζω κανονίζω τακτοποιώ δένω μαζεύομαι διαμορφώνω προετοιμάζω στρώνω συναρμολογώ αναμειγνύω διοργανώνω ζυμώνω ομαδοποιώ οριστικοποιώ στερεοποιώ συνάπτω συνδυάζω συντονίζω μπλέκω ετοιμάζω συνδέω λύνω προξενώ συντάσσω
Παραδείγματα χρήσης
- Στο πείραμα διαλύω το αλάτι στο νερό.
- Οι εργάτες διαλύουν το παλιό κτίριο για να φτιάξουν ένα πάρκο.
- Η αστυνομία διαλύει τη συγκέντρωση μετά την προειδοποίηση.
- Η απιστία σχεδόν διέλυσε τον γάμο τους.
- Η κριτική του διαλύει την αυτοπεποίθησή μου.