συγκροτώ

ρήμα

1. Ενώνω ή τοποθετώ διάφορα μέρη, στοιχεία ή πρόσωπα ώστε να σχηματίσουν ένα ενιαίο, οργανωμένο σύνολο.

2. Οργανώνω δομές, ομάδες ή φορείς βάζοντάς τους σε λειτουργική διάταξη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δήμος θα συγκροτήσει μια επιτροπή για το έργο.
  • Οι μαθητές συγκρότησαν μια ομάδα για τον διαγωνισμό.
  • Η εταιρεία συγκροτεί νέο συμβούλιο διοίκησης.
  • Μετά την ψηφοφορία, η Βουλή συγκροτήθηκε σε σώμα.
  • Οι μαρτυρίες αυτές συγκροτούν μια σαφή εικόνα των γεγονότων.