φτιάχνω

ρήμα

1. Κατασκευάζω ή δημιουργώ κάτι από υλικά ή ιδέες, σχηματίζοντάς το για συγκεκριμένη χρήση ή παρουσίαση.

2. Επισκευάζω ή αποκαθιστώ αντικείμενα ή συστήματα που δεν λειτουργούν σωστά, επαναφέροντάς τα σε κανονική κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί φτιάχνω καφέ για να ξυπνήσω.
  • Στο γκαράζ φτιάχνω το αυτοκίνητο όταν χαλάει.
  • Το απόγευμα φτιάχνω ένα κέικ για τους φίλους μου.
  • Με λίγη μουσική φτιάχνω τη διάθεσή μου.
  • Στο μάθημα πληροφορικής φτιάχνω μια ιστοσελίδα.