συνάγω
ρήμα1. Τοποθετώ ή φέρνω πρόσωπα, αντικείμεματα ή στοιχεία κοντά το ένα στο άλλο ή στο ίδιο σημείο, ώστε να σχηματίζουν ενιαίο σύνολο.
2. Επεξεργάζομαι και συνδυάζω πληροφορίες, παρατηρήσεις ή αποδείξεις με σκοπό την εξαγωγή γενικού συμπεράσματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από τα δεδομένα των μετρήσεων συνάγω το συμπέρασμα ότι η θεραπεία είναι αποτελεσματική.
- Κάθε πρωί συνάγω τα παιδιά της γειτονιάς για να παίξουν στο πάρκο.
- Στο εργαστήριο συνάγω δείγματα από διαφορετικές πηγές για να τα αναλύσω.
- Μετά την ακρόαση όλων των μαρτύρων, συνάγω πως η κατάθεση είναι αναξιόπιστη.
- Από τη μελέτη των αρχαίων κειμένων συνάγω ότι ο συγγραφέας είχε άλλη πρόθεση.