τακτοποιώ
ρήμα1. Τοποθετώ αντικείμενα ή στοιχεία στη σωστή θέση ή διάταξη, ώστε ο χώρος ή το σύνολο να είναι ευπρεπές και εύχρηστο.
Συνώνυμα
διευθετώ ταξινομώ εξοφλώ μαζεύω διατάζω διακανονίζω οργανώνω συμμαζεύω κανονίζω ρυθμίζω εκκαθαρίζω αρχειοθετώ συστηματοποιώ ξεμπερδεύω αποκαθιστώ διατάσσω ευταξίζω τάσσω καθαρίζω ξεπληρώνω λύνω στρώνω διεκπεραιώνω ξεμπλέκω ομαδοποιώ προνοώ τοποθετώ επιλύω φροντίζω αποθηκεύω τελειώνω πακετάρω ξεκαθαρίζω αποθέτω διαχειρίζομαι επιμελούμαι καθορίζω ξεχρεώνω προγραμματίζω αποπληρώνω διοργανώνω ισιώνω ξεδιαλύνω προσαρμόζω συντονίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ τακτοποιώ το δωμάτιο πριν έρθουν οι επισκέπτες.
- Κάθε πρωί τακτοποιώ τα χαρτιά στο γραφείο μου.
- Για να φύγω ήσυχος, τακτοποιώ τους λογαριασμούς πριν τις προθεσμίες.
- Μερικές φορές τακτοποιώ τη βαλίτσα την τελευταία στιγμή.
- Όταν παραλαμβάνω νέο εξοπλισμό, τακτοποιώ τα αρχεία και τις βάσεις δεδομένων.
- Πριν από το συνέδριο, τακτοποιώ όλες τις λεπτομέρειες της παρουσίασης.