συσσωρεύω
ρήμα1. Συγκεντρώνω ή τοποθετώ συστηματικά αντικείμενα, υλικά ή ουσίες σε ένα σημείο ή σε στοίβα, αυξάνοντας τη συνολική ποσότητα εκεί.
Συνώνυμα
συγκεντρώνω μαζεύω συλλέγω αποταμιεύω αθροίζω αποθηκεύω στοιβάζω θησαυρίζω καταχωνιάζω συνάθροιζω συνάγω συναθροίζω φορτώνω αποθησαυρίζω εξοικονομώ γεμίζω οικονομώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε χειμώνα στο μπαλκόνι συσσωρεύω χιόνι.
- Στο γραφείο συσσωρεύω έγγραφα που χρειάζονται διεκπεραίωση.
- Στο λογαριασμό μου συσσωρεύω χρήματα για έκτακτες ανάγκες.
- Στη βάση δεδομένων συσσωρεύω πληροφορίες πελατών.
- Λόγω του φόρτου εργασίας συσσωρεύω άγχος.