αποχωρώ
ρήμα1. Πραγματοποιώ την ενέργεια της απομάκρυνσης από έναν χώρο ή συγκέντρωση, παύοντας να παραμένω εκεί.
2. Διακόπτω επίσημα τη συμμετοχή μου σε μια θέση, έναν οργανισμό ή μια ομάδα, αναλαμβάνοντας να μην ασκώ πλέον τα καθήκοντά μου.
Συνώνυμα
φεύγω αναχωρώ αποσύρομαι εξέρχομαι υποχωρώ βγαίνω εγκαταλείπω παραιτούμαι απομακρύνομαι αποτραβιέμαι απέχω αποβιβάζομαι αποκόπτομαι αποσύρω εκλείπω καταλείπω οπισθοχωρώ παρατάω ξεκινώ πάω παρατώ δραπετεύω απεμπλέκομαι τραβιέμαι αποσυρόμαι εξαφανίζομαι ξεκουμπίζομαι απουσιάζω χωρίζομαι αφήνω ξεφεύγω μετακομίζω αποδεσμεύομαι αποσυνδέομαι μεταναστεύω αποκολλούμαι
Αντώνυμα
μένω παραμένω ενώνομαι επανέρχομαι καταλαμβάνω προσέρχομαι έρχομαι βρίσκομαι γυρνώ επιστρέφω φτάνω λαμβάνω πλησιάζω μπω ξαναέρχομαι συμμετέχω παριστάνω εισβάλλω ενσωματώνομαι επανακάμπτω καταλύω καταφθάνω καταφτάνω μπουκάρω προσχωρώ σφηνώνομαι στέκομαι κάθομαι διαμένω εγκαθίσταμαι εισέρχομαι εντάσσομαι καθηλώνομαι κατοικώ παρίσταμαι παρουσιάζομαι προσεγγίζω συμβαδίζω συνεισφέρω ανήκω μπαίνω αναλαμβάνω συναντιέμαι καταλήγω απομένω συγκεντρώνομαι κατευθύνομαι ρισκάρω μαζεύομαι συζητώ δραστηριοποιούμαι επεμβαίνω μπλέκομαι παρευρίσκομαι στεγάζομαι συμπορεύομαι συντρέχω τρυπώνω κατατάσσομαι ανταποκρίνομαι επιβιβάζομαι συλλαμβάνω αναβαίνω οικειοποιούμαι
Παραδείγματα χρήσης
- Απόψε, λόγω κόπωσης, αποχωρώ νωρίς από το δείπνο.
- Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, αποχωρώ από τη συνεδρίαση.
- Μετά την ανακοίνωση, αποχωρώ από την υποψηφιότητα.
- Εάν συνεχιστεί η βία, αποχωρώ και δεν θα συμμετέχω άλλο.
- Μετά τον τερματισμό του έργου, αποχωρώ από την εταιρεία.