επιβιβάζομαι
ρήμα1. Ανεβαίνω σε μέσο μεταφοράς (π.χ. πλοίο, αεροπλάνο, τρένο, λεωφορείο) για να ταξιδέψω ή να μεταφερθώ.
2. Τοποθετώ ή φορτώνω άτομα ή αντικείμενα πάνω σε μέσο μεταφοράς για μεταφορά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι επιβάτες επιβιβάζονται στο λεωφορείο πριν από την αναχώρηση.
- Πρέπει να επιβιβαστώ στο αεροπλάνο μέχρι τις έξι το απόγευμα.
- Καθώς το πλοίο άρχισε να αναχωρεί, εμείς επιβιβαστήκαμε γρήγορα.
- Ο οδηγός περίμενε μέχρι να επιβιβαστούν όλοι οι επιβάτες στο όχημα.
- Αποφάσισα να επιβιβαστώ σε ένα καινούργιο επαγγελματικό εγχείρημα.