αποσυνδέομαι

ρήμα

1. Παύω να είμαι συνδεδεμένος με συσκευή, δίκτυο ή διαδικτυακή υπηρεσία, ώστε να διακόπτεται η ηλεκτρονική ή ψηφιακή επικοινωνία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε Κυριακή αποσυνδέομαι από τα κοινωνικά δίκτυα και περνάω χρόνο με την οικογένεια.
  • Πριν καθαρίσω τον υπολογιστή, αποσυνδέομαι από την πρίζα για λόγους ασφαλείας.
  • Πριν κλείσω τον υπολογιστή στο γραφείο, αποσυνδέομαι από τον τραπεζικό μου λογαριασμό.
  • Όταν το Wi‑Fi έχει πρόβλημα, αποσυνδέομαι και ξανασυνδέομαι για να επανέλθει η σύνδεση.
  • Όταν νιώθω υπερβολική φόρτιση, αποσυνδέομαι συναισθηματικά για λίγες ώρες.